ΓΕΝΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘ'ΕΞΙΝ ΑΠΟΒΟΛΩΝ

Ο γενετικός έλεγχος σε ζευγάρια με αναπαραγωγικά προβλήματα (πολλαπλές αποβολές, αδυναμία φυσιολογικής σύλληψης, αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης, κ.α.) σχεδιάζεται βάσει της κλινικής γενετικής αξιολόγησης του ιστορικού του κάθε ζευγαριού.

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας περιλαμβάνει:

1.      Καρυότυπο περιφερικού αίματος (Ζώνωση Giemsa)

2.      Μοριακός έλεγχος θρομβοφιλίας στις γυναίκες

3.      Μοριακός έλεγχος μικροελλείψεων στο χρωμόσωμα Υ στους άνδρες

4.      Μοριακός έλεγχος κυστικής ίνωσης

5.       FISH σπερματοζωαρίων

6.      Sperm DNA fragmentation

Ο καρυότυπος περιφερικού αίματος αφορά στη διάγνωση αριθμητικών και δομικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών με ανάλυση υψηλής διακριτικότητας (GBG, 550-850 ταινίες) από τουλάχιστον 20 μεταφάσεις. Για αποκλεισμό περιπτώσεων μωσαϊκισμού μελετώνται 100 μεταφάσεις.

Ο καρυότυπος γίνεται σε άνδρες και γυναίκες με προβλήματα υπογονιμότητας, σε ζευγάρια με καθ' έξιν αποβολές, σε ζευγάρια που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση, σε παιδιά με υποψία γενετικού συνδρόμου με χρωμοσωμική ανωμαλία.

Με τον καρυότυπο είναι δυνατή η διάγνωση ισοζυγισμένων χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Τα άτομα που είναι φορείς ισοζυγισμένων ανωμαλιών δεν συντρέχουν κίνδυνο, αλλά ως φορείς ανισόζυγων γαμετών, σε περίπτωση γονιμοποιήσης ενέχεται κίνδυνος αποβολών ή ανώμαλων απογόνων.

 

Είδος δείγματος:  5ml περιφερικού αίματος σε αποστειρωμένο σωληνάριο Li Heparin. Το δείγμα μπορεί να φυλαχτεί στη συντήρηση του ψυγείου, στους  4 οC, μέχρι και 48 ώρες από την ώρα της λήψης. Μη ζεσταίνετε και μην καταψύχετε το δείγμα.

Χρόνος απάντησης: 10 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

 Alfarawati S, Fragouli E, Colls P. et al (2012). Embryos of robertsonian translocation carriers exhibit a mitotic interchromosomal effect that enhances genetic instability during early development. PLoS Genet. Oct; 8(10): e1003025

Για τη θρομβοφιλία, δηλαδή για να βρεθεί ο κίνδυνος δημιουργίας θρομβώσεων, ελέγχονται συγκεκριμένες μεταλλάξεις και πολυμορφισμοί1. Κάποιες από αυτές τις μεταλλάξεις σχετίζονται και με καθ’έξιν αποβολές2

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των μεταλλάξεων/πολυμορφισμών εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο PCR-RFLP καθώς και με τη μέθοδο PCR-υβριδισμού σε μεμβράνες νιτροκυτταρίνης.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Margaglione et al. Population genetics of venous thromboembolism. A narrative review; 2011; Thrombosis and haemostasis; 105(2):221-231.

2. Kovac et al. Thrombophilia in Women with PregnancyAssociated Complications: Fetal Loss and Pregnancy-Related Venous Thromboembolism; Gynecologic and Obstretric Investigation; 69(4):233-238.

Οι μικροελλείψεις στο χρωμόσωμα Υ αποτελούν το δεύτερο συχνότερο γενετικό αίτιο που σχετίζεται με διαταραχές της σπερματογένεσης (αζωοσπερμία και σοβαρή ολιγοσπερμία) σε άνδρες με προβλήματα υπογονιμότητας, μετά το σύνδρονο Klinefelter.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των μικροελλείψεων στο χρωμόσωμα Υ εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και πραγματοποιούνται δύο ειδικές αντιδράσεις PCR με STS δείκτες που καλύπτουν ολόκληρη την περιοχή AZF του χρωμοσώματος Υ1.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Krausz et al.  EAA/EMQN best practice guidelines for molecular diagnosis of Y-chromosomal microdeletions: state-of-the-art 2013; 2014; Andrology; 2(1):5-19.

Η κυστική ίνωση είναι το συχνότερο κληρονομικό νόσημα των λευκών πληθυσμών και στην Ελλάδα οι φορείς αποτελούν περίπου το 4% του πληθυσμού. Πρόκειται για ένα αυτοσωμικό υπολειπόμενο νόσημα το οποίο οφείλεται σε μεταλλάξεις στο γονίδιο CFTR και εμφανίζεται σε 1 στις 3200 γεννήσεις. Οι πάσχοντες εμφανίζουν αρκετά προβλήματα υγείας που σχετίζονται με τους πνεύμονες, το πάγκρεας και το συκώτι και έχουν μειωμένη διάρκεια ζωής.

Μέθοδος: Για τον έλεγχο των μεταλλάξεων στο γονίδιο CFTR εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τις τεχνικές PCR-DGGE και RFLP. Με τις συγκεκριμένες μεθόδους ανιχνεύεται το 75% των μεταλλάξεων του Ελληνικού πληθυσμού. Επιπλέον, με τη μέθοδο MLPA ανιχνεύονται ελλείματα και διπλασιασμοί που αφορούν στο 10% των μεταλλάξεων στο γονίδιο CFTR, που σε συνδυασμό με τις παραπάνω μεθόδους καλύπτει το 85% των μεταλλάξεων του  Ελληνικού πληθυσμού. Για τον έλεγχο όλου του γονιδίου CFTR πραγματοποιείται πλήρης αλληλούχιση του γονιδίου. Ο έλεγχος γίνεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Εθνικού Οργανισμού Εξωτερικού Ποιοτικού ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου UK-NEQAS.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Kanavakis et al. Screening for cystic fibrosis mutations: Methods for molecular diagnosis, prenatal diagnosis and carrier identification amongst high-risk individuals – the Greek experience; 2006; Archives of Hellenic Medicine; 23(5):455–472

2. Dequeker et al. Best practice guidelines for molecular genetic diagnosis of cystic fibrosis and CFTR-related disorders – updated European recommendations; 2009; European Journal of Medical Genetics; 17(1): 51–65

3. Schwarz et al. Testing Guidelines for molecular diagnosis of Cystic Fibrosis. Guidelines ratified by the UK Clinical Molecular Genetics Society (13th July, 2009).

Mε την τεχνική Sperm FISH γίνεται διάγνωση των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών που παρουσιάζονται σε ένα συγκεκριμένο δείγμα και αφορά συνήθως στα φυλετικά χρωμοσώματα Χ και Υ και στα αυτοσωμικά χρωμοσώματα 13, 18, και 21. Η εφαρμογή της τεχνικής FISH στο σπέρμα κρίνεται απαραίτητη:

α. Σε άνδρες με μη φυσιολογικό σπερμοδιάγραμμα

β. Σε άνδρες των οποίων οι σύζυγοι έχουν καθ 'έξιν αποβολές (>2)

γ. Σε συζύγους γυναικών με >2 αποτυχημένους κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης
 

Χρόνος απάντησης: 10 εργάσιμες

Βιβλιογραφία:

Ramasamy R., Besada St. and Lamb J.D. Fluorescent in situ hybridization of human  sperm: diagnostics, indications, and therapeutic implications.(2014):102 (6):1534-1539.

Τα σπερματοζωάρια με κατακερματισμένο DNA έχουν μειωμένη γονιμοποιητική ικανότητα και κατ’ επέκταση μειωμένη πιθανότητα επίτευξης και ολοκλήρωσης μιας εγκυμοσύνης.

Μέθοδος: Χρησιμοποιείται η μέθοδος SCDA (Sperm Chromatin Dispersion Assay) με χρήση του kit Halosperm G2® της Halotech. Η εργαστηριακή ανάλυση περιλαμβάνει την ανάλυση τουλάχιστον 500 σπερματοζωαρίων σε φρέσκο δείγμα σπέρματος και το αποτέλεσμα δίνεται ως ποσοστό σπερματοζωαρίων με κατακερματισμένο DNA (DNA Fragmentation Index - DFI).

Τα αποτελέσματα ανακοινώνονται ως δείκτης  DFI (%) και αξιολογούνται ως εξής:

  • DFI >30% : υψηλό ποσοστό σπερματοζωαρίων με κατακερματισμένο DNA, 
                         χαμηλή γονιμοποιητική ικανότητα
  • DFI 16-29% : μέτριο ποσοστό σπερματοζωαρίων με κατακερματισμένο DNA,            
                           υψηλή γονιμοποιητική ικανότητα
  • DFI <15%: χαμηλό ποσοστό σπερματοζωαρίων με κατακερματισμένο DNA,
                        υψηλή γονιμοποιητική ικανότητα

 

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Bungum M. (2012). Sperm DNA Integrity Assessment: A New Tool in Diagnosis and Treatment of Fertility. Obstetrics and Gynecology International 2012, Review Article.

Santos T.C.G.A.,  Azzolini A., et. al. (2013). The impact of sperm DNA fragmentation in fertilization rates and blastocyst development: a first look. Fertility and Sterility 100 (3) Supplement, S221.