ΠΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΣ ΓΕΝΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Η ταχεία ανίχνευση ανευπλοειδιών χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των χρωμοσωμάτων 13, 18, 21, Χ, και Υ. Σκοπός του ελέγχου είναι ο γρήγορος έλεγχος των συχνότερων χρωμοσωμικών ανευπλοειδιών και η μείωση του άγχους στο ζευγάρι, αφού σε λιγότερο από 48 ώρες ελέγχονται το σύνδρομο Down (τρισωμία 21), το σύνδρομο Pateau (τρισωμία 13), το σύνδρομο Edwards (τρισωμία 18), το σύνδρομο Turner (μονοσωμία Χ), καθώς και άλλες ανευπλοειδίες των φυλετικών χρωμοσωμάτων (XXX, ΧΧΥ, ΧΥΥ κλπ)

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των συγκεκριμένων ανευπλοειδιών εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με την τεχνική QF-PCR σε αυτόματο γενετικό αναλυτή (ABI-3100 sequencer), χρησιμοποιώντας ειδικούς πολυμορφικούς δείκτες (STRs) για κάθε χρωμόσωμα1. Ο έλεγχος γίνεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Εθνικού Οργανισμού Εξωτερικού Ποιοτικού ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου UK-NEQAS.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό, ιστός αποβολής

Χρόνος παράδοσης: 24-48 ώρες

Βιβλιογραφία:

1. Cirigliano et al. Rapid prenatal diagnosis of common chromosome aneuploidies by QF-PCR. Assessment on 18000 consecutive clinical samples; 2004; Molecular Human Reproduction; 10(11):839-846.

Ο μοριακός καρυότυπος (array comparative genomic hybridization-aCGH) είναι μια καινοτόμος εφαρμογή με την οποία ελέγχεται η παρουσία μη ισοζυγισμένων χρωμοσωμικών ανωμαλιών που αφορούν ολόκληρα τα χρωμοσώματα (π.χ. τρισωμία 21, κ.α.) καθώς και μικρά ελλείμματα ή διπλασιασμούς που μπορεί να συνδέονται με σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις και τα οποία δε θα ανιχνεύονταν με την εφαρμογή του συμβατικού καρυοτύπου (π.χ. DiGeorge, Prader Willi/Angelman, Williams κ.α)1,2.

Σήμερα, είμαστε στην ευχάριστη θέση να προσφέρουμε το Προγεννητικό Μοριακό Καρυότυπο μέσω μιας νέας αναβαθμισμένης πλατφόρμας υψηλότερης ανάλυσης με την ονομασία: array-CGH ISCA 60k. Η νέα πλατφόρμα περιλαμβάνει περίπου 60.000 ανιχνευτές κατά μήκος του γονιδιώματος με μεγαλύτερη πυκνότητα ανιχνευτών σε περίπου 500 στοχευμένες περιοχές (ISCA περιοχές) ειδικού κλινικού ενδιαφέροντος που μπορούν να επηρεάσουν την υγεία του εμβρύου3. Ο νέος Μοριακός Καρυότυπος προσφέρει 2 φορές μεγαλύτερη ανάλυση στο μεγαλύτερο μέρος του γονιδιώματος (ελάχιστη ανάλυση 500kb) και 4 φορές μεγαλύτερη ανάλυση στις ISCA περιοχές (ελάχιστη ανάλυση 50kb), σε σχέση με την προηγούμενη εφαρμογή (Μοριακός Καρυότυπος χαμηλής ανάλυσης – 120 γενετικά σύνδρομα).

Μέθοδος: Η μεθοδολογία βασίζεται στο συγκριτικό γενομικό υβριδισμό σε μικροσυστοιχίες του DNA του δείγματος που εξετάζεται, σε σχέση με ένα «φυσιολογικό» DNA που χρησιμοποιείται ως δείγμα αναφοράς.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Χρόνος παράδοσης: 5-8 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Miller et al. Consensus statement: chromosomal microarray is a first-tier clinical diagnostic test for individuals with developmental disabilities or congenital anomalies; 2010; American Journal of Human Genetics; 86:749–764.

2. Fiorentino et al. Chromosomal microarray analysis as a first-line test in pregnancies with a priori low risk for the detection of submicroscopic chromosomal abnormalities; 2013; European Journal of Human Genetics; 21:725–730.

3. files/uploads/ISCA_8x60k.pdf

H ανάλυση αριθμητικών και δομικών ανωμαλιών στα εμβρυϊκά κύτταρα γίνεται μετά από καλλιέργεια αμνιακών κυττάρων ή κυττάρων χοριακών λαχνών. Αναλύονται τουλάχιστον 20 μεταφάσεις με ταινίες GBG από δύο ανεξάρτητες καλλιέργειες για εξασφάλιση έγκυρου αποτελέσματος.

Είδος δείγματος:  Το αμνιακό υγρό (15-20cc) συλλέγεται σε ειδικά αποστειρωμένα φυαλίδια και  οι χοριακές λάχνες σε ειδικά αποστειρωμένα φυαλίδια με υλικό που παρέχονται από ττο εργαστήριο. Τα δείγματα μπορούν να φυλαχτούν στη συντήρηση του ψυγείου στους  4 οC, μέχρι 24 ώρες από την ώρα της λήψης.

Χρόνος απάντησης: 12-15 εργάσιμες

Βιβλιογραφία:

Hernández-Andrade E, Guzmán Huerta M, (2002) Prenatal diagnosis in the first trimester, whom and how Ginecol Obstet Mex. 70:607-12.

Η κυστική ίνωση είναι το συχνότερο κληρονομικό νόσημα των Καυκάσιων και στην Ελλάδα οι φορείς αποτελούν περίπου το 4% του πληθυσμού. Πρόκειται για ένα αυτοσωμικό υπολειπόμενο νόσημα το οποίο οφείλεται σε μεταλλάξεις στο γονίδιο CFTR και εμφανίζεται σε 1 στις 3200 γεννήσεις. Οι πάσχοντες εμφανίζουν αρκετά προβλήματα υγείας που σχετίζονται με τους πνεύμονες, το πάγκρεας και το συκώτι και έχουν μειωμένη διάρκεια ζωής.

Μέθοδος: Για τον έλεγχο των μεταλλάξεων στο γονίδιο CFTR εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τις τεχνικές PCR-DGGE και RFLP. Με τις συγκεκριμένες μεθόδους ανιχνεύεται το 75% των μεταλλάξεων του Ελληνικού πληθυσμού. Επιπλέον, με τη μέθοδο MLPA ανιχνεύονται ελλείματα και διπλασιασμοί που αφορούν στο 10% των μεταλλάξεων στο γονίδιο CFTR, που σε συνδυασμό με τις παραπάνω μεθόδους καλύπτει το 85% των μεταλλάξεων του  Ελληνικού πληθυσμού. Για τον έλεγχο όλου του γονιδίου CFTR πραγματοποιείται πλήρης αλληλούχιση του γονιδίου. Ο έλεγχος γίνεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Εθνικού Οργανισμού Εξωτερικού Ποιοτικού ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου UK-NEQAS.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Kanavakis et al. Screening for cystic fibrosis mutations: Methods for molecular diagnosis, prenatal diagnosis and carrier identification amongst high-risk individuals – the Greek experience; 2006; Archives of Hellenic Medicine; 23(5):455–472

2. Dequeker et al. Best practice guidelines for molecular genetic diagnosis of cystic fibrosis and CFTR-related disorders – updated European recommendations; 2009; European Journal of Medical Genetics; 17(1): 51–65

3. Schwarz et al. Testing Guidelines for molecular diagnosis of Cystic Fibrosis. Guidelines ratified by the UK Clinical Molecular Genetics Society (13th July, 2009).

Οι αιμοσφαιρινοπάθειες είναι  μια  ομάδα  πολυσυστημικών γενετικών  ασθενειών  που  εκδηλώνονται  με  αναιμία  στο  αίμα, και άλλες  συγγενείς ανωμαλίες. Κληρονομούνται με  αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο, και προκαλούνται από μεταλλάξεις στα γονίδια της σφαιρίνης (α, β, δ και γ). Μεγάλος αριθμός παθογόνων μεταλλάξεων έχουν βρεθεί στα β-και α-γονίδια των σφαιρινών, που προκαλούν β-Μεσογειακή  αναιμία και  Δρεπανοκυτταρική αναιμία ή α- Μεσογειακή  αναιμία, που αποτελούν βαριάς μορφής αναιμίες. Αντίστοιχες μεταλλάξεις συμβαίνουν στα δ-και γ-γονίδια των σφαιρινών, που δεν έχουν κλινικές επιπτώσεις, αλλά έχουν μεγάλη σημασία στη διάγνωση των αιμοσφαιρινοπαθειών. Οι διαφορετικές κατηγορίες  αιμοσφαιρινοπαθειών,  καθώς  επίσης  και  η  υψηλή  ετερογένεια  των  υπεύθυνων  μεταλλάξεων στο DNA που  συναντώνται  και  στον  ελληνικό πληθυσμό,  καθιστούν τη διάγνωσή τους μια σύνθετη διαδικασία1,2.

Μέθοδος: Για τον έλεγχο των αιμοσφαιρινοπαθειών  εκτιμάται αρχικά η αιματολογική εικόνα του εξεταζόμενου (μέσω της γενικής αίματος, της ηλεκτροφόρησης αιμοσφαιρίνης και των τιμών σιδήρου-φεριττίνης), στη συνέχεια εκχυλίζεται DNA από το δείγμα το οποίο πολλαπλασιάζεται με την τεχνική PCR και αναλύεται με διαφορετικές μοριακές τεχνικές που εξαρτώνται από το είδος των μεταλλάξεων που εξετάζονται.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Για τον έλεγχο των αιμοσφαιρινοπαθειών κρίνεται απαραίτητο να προσκομιστούν αντίγραφα των αιματολογικών εξετάσεων των εξεταζομένων (γενική αίματος, ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης, τιμές σιδήρου-φεριττίνης)

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:                                                                                                                                  

1. Cao et al. Beta-thalassemia; 2010; Genetics in Medicine; 12:61–76.

2. Harteveld et al. α-thalassaemia; 2010; Orphanet Journal of Rare Diseases; 5:13.  

Η αχονδροπλασία είναι η πιο συχνή αιτία που οδηγεί σε νανισμό, εμφανίζεται περίπου σε 1 στις 20000 γεννήσεις και πρόκειται για ένα αυτοσωμικό επικρατές νόσημα1. Στο 90% των περιπτώσεων οι μεταλλάξεις συμβαίνουν εκ νέου, δηλαδή δεν κληρονομούνται από τους γονείς. Το 99% των περιπτώσεων αχονδροπλασίας οφείλεται στις μεταλλάξεις c.1138G>A (p.Gly380Arg) c.1138G>C (p.Gly380Arg) του γονιδίου FGFR32.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των συγκεκριμένων μεταλλάξεων εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με την τεχνική PCR – RFLPs.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Georgoulis et al. Achondroplasia with synostosis of multiple sutures; American Journal of Medical Genetics Part A; 2011; 155:1969–1971.

2. Xue et al. FGFR3 mutation frequency in 324 cases from the International Skeletal Dysplasia Registry; Molecular genetics and genomic medicine; 2014; 2(6): 497–503.

Η υποχονδροπλασία είναι μια σκελετική δυσπλασία της οποίας η διάγνωση γίνεται μέσω κλινικών και ραδιολογικών ευρημάτων τα οποία όμως παρουσιάζουν ανομοιογένεια. Πρόκειται για ένα αυτοσωμικό επικρατές νόσημα. Το ποσοστό εμφάνισής της δεν έχει προσδιοριστεί αλλά υπολογίζεται σε 1 στις 15000 με 1 στις 40000 γεννήσεις. Στο 70% των περιπτώσεων οφείλεται στις μεταλλάξεις c.1620C>A και c.1620C>G του γονιδίου FGFR31.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των συγκεκριμένων μεταλλάξεων εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με την τεχνική PCR – RFLPs.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό.

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Park et al. Successful birth with preimplantation genetic diagnosis using single-cell allele-specific PCR and sequencing in awoman with hypochondroplasia due to FGFR3 mutation (c.1620C>A, p.N540K); 2013; Clinical and Experimental Reproductive Medicine; 40(1):42-46.

Οι μυϊκές δυστροφίες τύπου Duchenne/Becker (DMD/BMD) είναι οι πιο συχνές μυοπάθειες, εμφανίζονται περίπου σε 1 στις 3300 γεννήσεις αγοριών και πρόκειται για φυλοσύνδετα υπολειπόμενα νοσήματα. Στο 70% περίπου των περιπτώσεων οι μεταλλάξεις είναι ελλείψεις/διπλασιασμοί εξονίου/ων στο γονίδιο της δυστροφίνης ενώ το υπόλοιπο ποσοστό οφείλεται σε σημειακές μεταλλάξεις1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση του 70% των ελλείψεων/διπλασιασμών εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με την τεχνική MLPA. Ο έλεγχος για σπάνιες μεταλλάξεις μπορεί να γίνει κατόπιν συνεννόησης με μερική ή πλήρη αλληλούχιση του γονιδίου της δυστροφίνης.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Εάν υπάρχει ιστορικό πάσχοντος από μυϊκή δυστροφία Duchenne/Becker είναι απαραίτητη η προσκόμιση δείγματος περιφερικού αίματος του πάσχοντος (εφόσον είναι εφικτό) ή προηγούμενου μοριακού ελέγχου (εφόσον υπάρχει) ή δείγμα περιφερικού αίματος σε EDTA της μητέρας του πάσχοντος.

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες με την τεχνική MLPA, 2-3 εβδομάδες για σπάνιες μεταλλάξεις

Βιβλιογραφία:

1. Lee et al. Differences in carrier frequency between mothers of Duchenne and Becker muscular dystrophy patients; 2014; Journal of Human Genetics; 59(1):46-50

Η μη-συνδρομική υπολειπόμενη βαρηκοΐα εμφανίζεται σε 1 στις 1000 γεννήσεις και αποτελεί το 40% της παιδικής βαρηκοΐας. Πρόκειται για ένα αυτοσωμικό υπολειπόμενο νόσημα. Το 50% των περιπτώσεων οφείλεται σε μεταλλάξεις στο γονίδιο της κονεξίνης 26 (GJB2) και το 80% αυτών των μεταλλάξεων αποτελεί η μετάλλαξη 35delG1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση της συγκεκριμένης μετάλλαξης  εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο ARMS-PCR.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό.

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Cohn et al. Clinical phenotype and mutations in connexin 26 (DFNB1/GJB2), the most common cause of childhood hearing loss; 1999; American Journal of Medical Genetics; 24; 89(3):130-6.

 

Το σύνδρομο Noonan εμφανίζεται σε 1 στις 2000 γεννήσεις και πρόκειται για ένα αυτοσωμικό επικρατές νόσημα με ετερογενές γενετικό υπόβαθρο. Χαρακτηρίζεται κυρίως από μικρό ανάστημα, δυσμορφίες στο πρόσωπο και συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες ενώ οι ασθενείς μπορεί να διαφέρουν φαινοτυπικά μεταξύ τους όσον αφορά στα άλλα κλινικά χαρακτηριστικά τους. Στο 50% των περιπτώσεων το σύνδρομο προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο PTPN11, ενώ μεταλλάξεις στα γονίδια SOS1, KRAS, RAF1, BRAF και MEK1 (MAP2K1) έχουν βρεθεί σε ένα επιπλέον 25% των ασθενών με σύνδρομο Noonan1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση του συνδρόμου Noonan εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και πραγματοποιείται PCR και αλληλούχιση (sequencing) των εξονίων 3, 8, 9 και 13 καθώς και των αντίστοιχων γειτονικών μη κωδικοποιουσών περιοχών (εσόνια) του γονιδίου PTPN11. Εναλλακτικά πραγματοποιείται έλεγχος 80 μεταλλάξεων στα γονίδια PTPN11, BRAF, SOS1, HRAS, KRAS, RAF1, MAP2K1 και ΜΑP2K2 με τη μέθοδο υβριδισμού σε μικροσυστοιχίες (microarray hybridization).

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Χρόνος παράδοσης: Περίπου 3 εβδομάδες

Βιβλιογραφία:

1. Tartaglia et al. Noonan syndrome: clinical aspects and molecular pathogenesis; 2010; Molecular Syndromology; 1(1):2-26.

Η νωτιαία μυϊκή ατροφία (SMA) είναι νευρομυϊκή ασθένεια και διακρίνεται σε τρεις τύπους ανάλογα με την ηλικία εμφάνισης των συμπτωμάτων και την κινητική λειτουργία. Εμφανίζεται σε 1 στις 6000 με 10000 γεννήσεις και πρόκειται για αυτοσωμικό υπολειπόμενο νόσημα. Η συχνότητα εμφάνισης των φορέων ανέρχεται σε 1/40 με 1/60. Η νόσος οφείλεται σε μεταλλάξεις στο γονίδιο SMN1 και το 98% των περιπτώσεων έχει ομόζυγη έλλειψη του εξωνίου 7 ή των εξωνίων 7 και 8 του συγκεκριμένου γονιδίου1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση ελλείψεων στο γονίδιο SMN1 εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο MLPA. 

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό

Σε προγεννητικό έλεγχο ή σε περίπτωση πάσχοντος από νωτιαία μυϊκή ατροφία, είναι απαραίτητη η προσκόμιση περιφερικού αίματος σε EDTA των γονέων

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. D’Amico et al. Spinal Muscular Atrophy; 2011; Orphanet Journal of Rare Diseases; 6:71-81

Η μόλυνση από το παράσιτο τοξόπλασμα (Τoxoplasma gondii) στον άνθρωπο είναι συνήθως ασυμπτωματική. Σε ένα μικρό ποσοστό των υγιών ανθρώπων θα παρουσιαστούν συμπτώματα. Παρόλα αυτά, οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς εμφανίζουν σοβαρά συμπτώματα στην καρδιά, τους πνεύμονες και τα μάτια. Επιπλέον, η λοίμωξη κυρίως κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, μπορεί να οδηγήσει σε συγγενή τοξοπλάσμωση του εμβρύου1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση του τοξοπλάσματος εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο NESTED-PCR και RFLP.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, αμνιακό υγρό, ορός

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Weiss et al. Toxoplasmosis: A history of clinical observations; 2009; International Journal for Parasitology; 39: 895–901.

Ο ιός Epstein-Barr ανήκει στους ερπητοϊούς και μολύνει πάνω από το 90% του πληθυσμού. Κατά την πρώτη λοίμωξη είναι πιθανό να εμφανιστεί λοιμώδης μονοπυρήνωση. Επιπλέον, ο ιός έχει συσχετιστεί με το λέμφωμα Burkitt και τον καρκίνο του ρινοφάρυγγα1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση του ιού Epstein-Barr εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο NESTED-PCR και RFLP

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, αμνιακό υγρό, ορός

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Niedobitek et al. Epstein-Barr virus (EBV) infection in infectious mononucleosis: virus latency, replication and phenotype of EBV-infected cells; 1997; The Journal of Pathology; 182(2):151-159.

Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) είναι ένας ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοϊών και μολύνει το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού αλλά ασυμπτωματικά. Το 0.3-2.3% των εμβρύων θα μολυνθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης από τον κυτταρομεγαλοϊό. Η συγγενής μόλυνση μπορεί να οδηγήσει σε κώφωση και σε άλλα σοβαρά νοσήματα1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση του κυτταρομεγαλοϊού εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο NESTED-PCR και RFLP.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, αμνιακό υγρό (μετά της 21η εβδομάδα κύησης), ορός, εγκεφαλονωτιαίο υγρό

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Lazzarotto et al. Update on the prevention, diagnosis and management of cytomegalovirus infection during pregnancy; 2011; Clinical microbiology and infection; 17(9):1285-1293.

Ο ιός της Ερυθράς είναι ένας RNA ιός ο οποίος μετά από λοίμωξη προκαλεί ερύθημα και λεμφαδενοπάθεια. Τα μικρά παιδιά εμφανίζουν πιο ήπια συμπτώματα και αναρρώνουν ευκολότερα σε σχέση με τους ενήλικες. Λοίμωξη της μητέρας από τον ιό στη διάρκεια της κύησης (μέχρι την 20η εβδομάδα) είναι δυνατό να προκαλέσει συγγενείς και νευροαναπτυξιακές ανωμαλίες στο έμβρυο ενώ μπορεί επίσης να προκαλέσει αυτόματες αποβολές1.

Μέθοδος: Για τον έλεγχο της παρουσίας του ιού της ερυθράς εκχυλίζεται RNA από το δείγμα και πραγματοποιείται ανάστροφη αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης – RT PCR, που ανιχνεύει τη παρουσία RNA του ιού.

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, δείγμα ορού αίματος, αμνιακό υγρό

Χρόνος παράδοσης: 3-5 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Atreya et al. Rubella virus and birth defects: molecular insights into the viral teratogenesis at the cellular level; 2004; Birth Defects Research: Part A, Clinical and Molecular Teratology; 70(7):431-437.

Η μονογονεϊκή δισωμία (UPD) αφορά στην κληρονόμηση δύο αντιγράφων ενός χρωμοσώματος από τον ένα μόνο γονέα και η συχνότητά της υπολογίζεται σε 1:3500 γεννήσεις. Διαχωρίζεται σε ετερο-δισωμία και ομο-δισωμία, αναλόγως του σταδίου που γίνεται το λάθος διαχωρισμού των χρωμοσωμάτων, και μπορούν να οδηγήσουν σε κλινικά συμπτώματα λόγω διατάραξης της γονιδιωματικής αποτύπωσης (π.χ. σύνδρομα Prader-Willi και Angelmann λόγω mat-UPD-15 και pat-UPD-15 αντίστοιχα), ενώ επιπλέον κατά την ομο-δισωμία εμφανίζονται σπάνια υπολειπόμενα νοσήματα στα οποία ο γονέας είναι φορέας. Ο έλεγχος συστήνεται σε περιπτώσεις που υπάρχει υποψία ανισοζυγίας που διορθώθηκε (trisomic rescue) ή σε άτομα που πάσχουν από κάποιο υπολειπόμενο νόσημα στο οποίο μόνο ο ένας γονέας είναι φορέας (π.χ. κυστική ίνωση λόγω UPD-7).

Μέθοδος: Ο έλεγχος γίνεται έπειτα από την εκχύλιση DNA των δειγμάτων, χρησιμοποιώντας πολυμορφικούς δείκτες ειδικούς για το χρωμόσωμα που ελέγχεται, οι οποίοι αναλύονται σε αυτόματο γενετικό αναλυτή (ΑΒΙ-3100 sequencer).

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό και περιφερικό αίμα γονέων σε EDTA

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Yamazawa et al. Uniparental Disomy and Human Disease: an overview; 2010; American Journal of Medical Genetics; 154C:329-334

Ο έλεγχος μικροελλείψεων και μικροδιπλασιασμών με τη μέθοδο MLPA (Multiplex Ligation-dependent Probe Amplification) χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των πιο συχνών συνδρόμων που οφείλονται σε μικροελλείψεις και μικροδιπλασιασμούς και προκαλούν διανοητική και αναπτυξιακή καθυστέρηση1. Τα σύνδρομα που ανιχνεύονται είναι τα εξής:

1p36 deletion syndrome            22q13 / Phelan-McDermid               Prader-Willi / Angelman

2p16 microdeletion                    Cri du Chat syndrome, 5p15           MECP2 / Xq28 duplication

2q23 microdeletion / MBD5       DiGeorge syndrome 22q11              Rubinstein-Taybi syndrome

2q33 microdeletion / SATB2      Distal 22q11 region                          Smith-Magenis syndrome

3q29 microdeletion                    DiGeorge region 2,10p14                Sotos syndrome 5q35.3

9q22.3 microdeletion                 Langer-Giedion syndrome, 8q         Williams syndrome

15q24 deletion syndrome          Miller-Dieker syndrome, 17p            Wolf-Hirschhorn 4p16.3                    

17q21 microdeletion                  NF1 microdeletion syndrome

 

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των συγκεκριμένων αλλαγών εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο MLPA. 

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό, ιστό αποβολής

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Pohovski et al. Multiplex ligation-dependent probe amplification workflow for the detection of submicroscopic chromosomal abnormalities in patients with developmental delay/intellectual disability; 2013; Molecular Cytogenetics; 6(1):7-12

Ο υποτελομεριδιακός έλεγχος χρησιμοποιείται για την ανίχνευση ελλείψεων και διπλασιασμών, στο τελευταίο τμήμα όλων των χρωμοσωμάτων, που σχετίζονται με  διανοητική και αναπτυξιακή καθυστέρηση καθώς και με δυσμορφικά χαρατκηριστικά1.

Μέθοδος: Για την ανίχνευση των συγκεκριμένων αλλαγών εκχυλίζεται DNA από το δείγμα και αναλύεται με τη μέθοδο MLPA. 

Είδος δείγματος: Περιφερικό αίμα σε EDTA, χοριακές λάχνες, αμνιακό υγρό, ιστό αποβολής

Χρόνος παράδοσης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

1. Ahn et al. Detection of subtelomere imbalance using MLPA: validation, developmentof an analysis protocol, and application in a diagnostic centre; 2007; BMC Medical Genetics; 8:9-21

Γενετικό σύνδρομο με συχνότητα εμφάνισης 1/95000 γεννήσεις και αναλογία 2:1 θήλεα/άρρενα άτομα. Προκαλείται από έλλειψη στην χρωμοσωμική περιοχή 4p και συνοδεύεται από χαρακτηριστικό προσωπείο με μικροκεφαλία και χαρακτηριστικά περικεφαλαίας Έλληνα πολεμιστή (Greek warrior helmet), βαριά καθυστέρηση ανάπτυξης και νοητική υστέρηση.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Zollino M, Murdolo M, Marangi G, et al.(2008) On the nosology and pathogenesis of Wolf-Hirschhorn syndrome: genotype-phenotype correlation analysis of 80 patients and literature review. Am J Med Genet C Semin Med Genet. 148C(4):257-69

Γενετικό σύνδρομο που οφείλεται σε μικροελλείψεις στη περιοχή 5p. Η συχνότητα εμφάνισής του είναι 1/20000-1/50000 γεννήσεις και χαρακτηρίζεται από ψυχοκινητική καθυστέρηση, νοητική υστέρηση, μικροκεφαλία, υπερτηλορισμό, στρογγυλό πρόσωπο, μικρογναθία, χαμηλή πρόσφυση αυτιών και υποτονία. Χαρακτηριστικό του συνδρόμου είναι το κλάμα γάτας των νεογνών.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Rodriguez-Caballero A, Torres-Lagares D, Rodriguez-Perrez A et al. (2010)Cri du cat synrome: a critical review. Med Oral Patol Oral Cir Bucal. 15(3):473-478

Οφείλεται σε ελλείψεις γονιδίων στη περιοχή 17p13.3. Έχει συχνότητα εμφάνισης 1/50000 γεννήσεις και χαρακτηρίζεται από χαρακτηριστικό προσωπείο,  μικροκεφαλία, νοητική υστέρηση, λυσεγκεφαλία και καρδιακές ανωμαλίες.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Dobyns WB, Curry CJ, Hoyme HE et al. (1991). Clinical and molecular diagnosis of Miller-Dieker syndrome. Am J Hum Genet. 48(3):584-594

Οφείλεται σε μικροελλείψεις στη περιοχή 17p11.2 και έχει συχνότητα εμφάνισης 1/15000 γεννήσεις. Χαρακτηρίζεται από βραχυκεφαλία, προγναθισμό, καθυστέρηση ομιλίας, ψυχοκινητική καθυστέρηση, καθυστερημένη ανάπτυξη, νοητική υστέρηση και απώλεια ακοής.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Gropman AL, Duncan WC, Smith AC.(2006) Neurologic and developmental features of the Smith-Magenis syndrome(del 17p11.2). Pediatr Neur. 34(5):337-350

Περισσότερο από το 90% των περιπτώσεων με σύνδρομο DiGeorge oφείλεται σε μικροέλλειψη στη περιοχή 22q11.2 Η συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου είναι 1/4000 και χαρακτηρίζεται από χαρακτηριστικό προσωπείο, καρδιακές ανωμαλίες, νεογνική υποασβεστιαιμία, ευαισθησία σε μολύνσεις εξαιτίας ελαττωματικών Τ-λεμφοκυττάρων, ήπια ως μέτρια δυσκολία στη μάθηση και ψυχιατρικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων της σχιζοφρένειας και κατάθλιψης.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Robin NH, Shprintzen RJ.(2005) Defining the clinical spectrum of deletion 22q11.2. J Pediatr.147(1):90-96

Το σύνδρομο Prader-Willi προκαλείται στο 75% των περιπτώσεων από ελλείμματα της περιοχής 15q11- q13 στο πατρικής προέλευσης χρωμόσωμα 15, ενώ στο 25% περίπου των περιπτώσεων παρατηρούνται δύο μητρικής προέλευσης χρωμοσώματα 15 (μητρική μονογονεϊκή δισωμία). Έχει συχνότητα εμφάνισης 1/15000 γεννήσεις και χαρακτηρίζεται στη νεογνική ηλικία από μυϊκή υποτονία, προβλήματα θρέψης και καθυστερημένη ανάπτυξη, ενώ στη παιδική ηλικία συνοδεύεται από υπογοναδισμό, παχυσαρκία, κοντό ανάστημα και μέτρια νοητική υστέρηση.

Το σύνδρομο Angelman έχει συχνότητα εμφάνισης 1/20000 γεννήσεις και χαρακτηρίζεται από νοητική υστέρηση, καθυστερημένη ανάπτυξη, υπερκινητικότητα, διαταραχές λόγου, αταξικό βάδισμα, σπασμοί, συνεχές χαμόγελο και ευχάριστη διάθεση. Προκαλείται στο 70% περίπου των περιπτώσεων από ελλείμματα της περιοχής 15q11- q13 στο μητρικής προέλευσης χρωμόσωμα 15, στο 2-3% από πατρική δισωμία, ενώ στο 5-20% των περιπτώσεων παρατηρούνται μεταλλάξεις στο γονίδιο UBE3A.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Bittel DC, Butler MG. (2005) Prader-Willi syndrome:clinical genetics, cytogenetics and molecular biology. Exp Rev Mol Med. 7(14):1-20

Cassidiy SB, Dykens, Williams CA (2000) Prader-Willi and Angelman syndromes:sister imprinted disorders

Αυτοσωμική επικρατής γενετική διαταραχή που οφείλεται σε μικροέλλειψη της περιοχής 7q11.23 που περιλαμβάνει το γονίδιο ELN. Έχει συχνότητα εμφάνισης 1/10000 γεννήσεις και χαρακτηρίζεται από χαρακτηριστικό προσωπείο (elfin face), οδοντικές δυσμορφίες, πολλαπλή περιφερική πνευμονική αορτική στένωση, παιδική υπερασβεστιαιμία, διαταραχές συμπεριφοράς και νοητική υστέρηση.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Carrasco X, Castillo A, Aravena T et al (2005). Williams syndrome: pediatric, neurologic and cognitive development. Pediatr Neurol 32(3):166-172.

Από τα πλέον συχνά μικροελλειπτικά σύνδρομα, με συχνότητα εμφάνισης 1/5000 γεννήσεις. Χαρακτηρίζεται από ποικιλία δυσμορφικών χαρακτηριστικών, όπως προεξέχον μέτωπο, προγναθισμό, μικροφθαλμία, απώλεια ακοής, κοντό ανάστημα, καθυστέρηση ανάπτυξης, υποτονία, συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες και νοητική υστέρηση.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Battaglia A. (2005). Del 1p36 syndrome: a new emerging clinical entity. Brain Dev.27(5):358-361

Οφείλεται σε μεταλλάξεις στο γονίδιο NSD1 στο 5q35 και έχει συχνότητα εμφάνισης 1/12000 γεννήσεις. Χαρακτηρίζεται από γρήγορη ανάπτυξη στην παιδική ηλικία, ακρομεγαλία, δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι, προεξέχον μέτωπο, υπερτηλορισμό και νοητική υστέρηση. Οι περισσότερες περιπτώσεις είναι σποραδικές, αν και έχουν αναφερθεί οικογένειες με περισσότερα του ενός προσβεβλημένα άτομα.

Μέθοδος: Φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH)

Είδος δείγματος: Αμνιακό υγρό, χοριακές λάχνες, περιφερικό αίμα σε Li Heparin ή EDTA.

Χρόνος απάντησης: 5-7 εργάσιμες ημέρες

Βιβλιογραφία:

Kurotaki, N, Imaizumi K, Harad, N, et al (2002). Haploinsufficiency of NSD1 causes Sotos syndrome. Nature Genetics 30 (4): 365–6.